Νέα-Ανακοινώσεις-Δελτία-Άρθρα-Επικαιρότητα

Ακόμα ένα επικοινωνιακό σόου, αυτή τη φορά από το Λαύριο

Ο πρωθυπουργός αρνείται να αναλάβει πραγματικά τις ευθύνες που του αναλογούν και ταυτόχρονα παρουσιάζει ως τομές τα μέτρα που η κυβέρνησή του δεν εφάρμοσε τόσο καιρό ενώ μπορούσε
Κανονικά ήταν η ώρα που ο πρωθυπουργός θα δοκίμαζε να δείξει ότι θα αλλάξουμε σελίδα.
Είχαν προηγηθεί, έστω και με καθυστέρηση, η απομάκρυνση των αρχηγών της πυροσβεστικής και της αστυνομίας, όπως και του γενικού γραμματέα πολιτικής προστασίας, αλλά και η παραίτηση Τόσκα, που αν μη τι άλλο έδειχναν ότι ο πρωθυπουργός «παίρνει κεφάλια».

Τώρα ήταν η ώρα όχι των φραστικών ακροβασιών αλλά της γενναίας αυτοκριτικής και ανάληψης ευθύνης και πάνω από όλα της πραγματοποίησης όλων των τομών που χρειάζονται ώστε να μην ξαναζήσουμε τέτοια τραγωδία.

Αντί για αυτά, όμως, είχαμε άλλο ένα επικοινωνιακό σόου, χωρίς πραγματική ανάληψη ευθύνης και με μέτρα που μπορεί να είναι αυτονόητα αλλά στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είχαν δει εφαρμοστεί.

Η άρνηση ανάληψης ευθύνης

Ο πρωθυπουργός για άλλη μια φορά προτίμησε να δείξει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη, χωρίς στην πραγματικότητα να την αναλαμβάνει πραγματικά.

Γιατί μπορεί ο πρωθυπουργός να παρέπεμψε σε αδιάβλητη διερεύνηση των αιτίων και των ευθυνών της τραγωδίας, ωστόσο επιμένει να περιορίζει τις αυτοκριτικές αναφορές σε πιθανά λάθη και να αποδίδει τη βασική ευθύνη στις στρεβλώσεις του παρελθόντος και την κλιματική αλλαγή.

Χαρακτηριστική η παρακάτω αναφορά του: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω ώστε να διορθώσουμε πιθανά λάθη και παραλείψεις την ώρα του κακού, ούτε να ελέγξουμε ακραία κλιματικά φαινόμενα, όμως μπορούμε και οφείλουμε, γνωρίζοντας ότι θα ξανάρθουν, να προετοιμαστούμε καλύτερα. Κυρίως όμως οφείλουμε να χτυπήσουμε τη γροθιά στο μαχαίρι και να ξηλώσουμε, να γκρεμίσουμε μια-μια τις στρεβλώσεις του παρελθόντος».

Στην πραγματικότητα τα λάθη και οι παραλείψεις είναι απλώς πιθανά και η αιτία βρίσκεται στα ακραία κλιματικά φαινόμενα και τις στρεβλώσεις του παρελθόντος,

Ενδεικτική του πώς αντιλαμβάνεται την ευθύνη και η παρακάτω φράση: «Δεν τα λέω όλα αυτά για να κρυφτώ ή να κρυφτούμε πίσω από την οικιστική βόμβα που κληρονομήσαμε ώστε να αποφύγουμε τις δικές μας ευθύνες. Τα λέω αντίθετα γιατί είμαι αποφασισμένος να αναλάβουμε την ευθύνη. Αλλά ανάληψη ευθύνης σημαίνει σύγκρουση και μάχη».

Δηλαδή, ο πρωθυπουργός στην ίδια φράση δηλώνει ότι δεν θα κρυφτεί πίσω από την «οικιστική βόμβα» που δημιούργησαν τα αυθαίρετα και ταυτόχρονα ως ανάληψη ευθύνης δεν παραθέτει την παραδοχή λαθών που έκανε η κυβέρνησή του αλλά τη σύγκρουσή του στο μέλλον με ό,τι δημιούργησε τη σημερινή κατάσταση.

Ούτε είναι τυχαίο, ότι παρότι δεν έκανε συγκεκριμένη αυτοκριτική για λάθη και ελλείψεις από το 2015 και μετά, δεν έχασε την ευκαιρία να πει ότι θα περίμενε «έστω και μια μικρή δόση αυτοκριτικής από όσους αυτόν τον τόπο τον κυβέρνησαν όχι για δύο και τρία και πέντε χρόνια, αλλά για τέσσερις και πλέον δεκαετίες οι ίδιοι και οι οικογένειες τους».

Γιατί δεν έκανε τη σύγκρουση μέχρι τώρα;

Το βασικό νήμα του πρωθυπουργού ήταν ότι η βασική αιτία της καταστροφής βρίσκεται στο συνδυασμό ανάμεσα στην κλιματική αλλαγή και τα ακραία κλιματικά φαινόμενα. Σε αυτή τη βάση τόνισε τη διάθεσή του να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που στήριξαν τόσα χρόνια την αυθαίρετη δόμηση.

Γι’ αυτό και επιτέθηκε σε όσους «δημιούργησαν και εξέθρεψαν αυτές τις παθογένειες. Τους πρωτομάστορες του ρουσφετιού, της συναλλαγής και των αυθαιρέτων, με τους πολιτευτές και τους νομάρχες, τα πολιτικά τζάκια και τα τοπικά κυκλώματα, που τροφοδοτούνταν από τη συναλλαγή και τη διαφθορά και κερδοσκοπούσαν παντοιοτρόπως σε αυτό το οικιστικό τερατούργημα».

Όμως, το ερώτημα είναι γιατί τρία χρόνια τώρα, που βρίσκεται στην εξουσία δεν δοκίμασε να κάνει αυτή τη σύγκρουση. Γιατί χρειάστηκαν 91 νεκροί για να ξεκινήσει αυτή η σύγκρουση; Γιατί δεν υπήρξαν νωρίτερα παρεμβάσεις που θα μπορούσαν κάποια έστω από αυτά τα προβλήματα να τα είχαν αντιμετωπίσει και ίσως να είχαν αποτρέψει την καταστροφή;

Και βεβαίως τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο έντονα εάν αναλογιστούμε ότι ήταν στελέχη αυτής της κυβέρνησης που ζητούσαν αναστολή κατεδαφίσεων ή που έκαναν κινητοποίηση για να σταματήσουν οι μπουλντόζες. Όπως και δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ήταν αυτή η κυβέρνηση που έκανε νόμο για την νομιμοποίηση και «τακτοποίηση» αυθαιρέτων και μάλιστα από τους πιο γενναιόδωρους ότι αποδέχτηκε την έννοια των «οικιστικών πυκνώσεων» δηλαδή της νομιμοποίησης εκ των υστέρων της αυθαίρετης και συχνά επικίνδυνης δόμησης εντός δασικών εκτάσεων.

Γιατί αυτό που δεν θέλει να ομολογήσει ο πρωθυπουργός ήταν ότι εάν η κυβέρνησή του δεν κατεδάφισε τα αυθαίρετα που είχαν τελεσίδικες αποφάσεις κατεδάφισης ή δεν έριξε τις μάντρες που έκλειναν την πρόσβαση στους αιγιαλούς δεν ήταν επειδή δεν είχε πόρους (τα ταμειακά διαθέσιμα του «Πράσινου Ταμείου» πάντα υπήρχαν) αλλά επειδή δεν είχαν ούτε κι αυτοί την πολιτική βούληση. Γι’ αυτό και προχώρησε μεν τα θεσμικά μέτρα, που ήταν άλλωστε και μνημονιακές δεσμεύσεις, όπως την κατάρτιση των δασικών χαρτών, αλλά τις μπουλντόζες τις απέφευγαν. Όπως ακριβώς είχαν κάνει και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Μέτρα που μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί χτες

Σε αυτό το πλαίσιο, τα 20 μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στην πραγματικότητα αποτελούν αυτονόητα βήματα που θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί από καιρό, καθώς δεν αποτελούν μεγάλες ανατροπές, αλλά την αυτονόητη εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και την υλοποίηση ανειλημμένων δεσμεύσεων.


Είτε μιλάμε για τα μέτρα που αφορούν την ενεργοποίηση του υφιστάμενου καθεστώτος για την αυθαίρετη δόμηση και για την ελεύθερη πρόσβαση σε αιγιαλούς, είτε για την επιτάχυνση των κατεδαφίσεων, είτε για την ψηφιοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης και για απλούστευση και για ευκολότερη παρακολούθηση και έλεγχο, είτε για την επιτάχυνση των δασικών χαρτών και τη χάραξη της γραμμής αιγιαλού, όλα αυτά μπορούσαν να είχαν ήδη γίνει. Να είχαν γίνει πριν και όχι μετά την καταστροφή.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για αυτονόητα και καλοδεχούμενα μέτρα, που όμως μπορούσαν και έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί.

Για αυτό και η κυβέρνηση αντί να τα εξαγγείλει μόνο, καλό θα ήταν να έδινε και μια εξήγηση γιατί δεν τα εφάρμοσε τόσο καιρό, ενώ η θεσμική δυνατότητα υπήρχε.

Το ίδιο ισχύει και για προτάσεις όπως η χρήση του θεσμικού πλαισίου του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου για την ανοικοδόμηση στο Μάτι.

Μόνο που η θεσμική δυνατότητα αυτή ολοκληρωμένων και στοχευμένων παρεμβάσεων υπήρχε. Γιατί δεν μπήκε μπροστά τουλάχιστον πριν φτάσουμε στην καταστροφή. Δεν υποστηρίζουμε ότι προλάβαινε να είχε γίνει τέτοιας κλίμακας αναμόρφωση, αλλά αν μη τι άλλο θα ήταν κρίσιμο δείγμα γραφής που θα ενέπνεε στην κοινωνία μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Πέραν αυτού, όμως, είναι σαφές ότι πραγματική προστασία από τους κινδύνους καταστροφών απαιτεί πολύ μεγαλύτερες τομές που δεν περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργου.

Χωρίς σαφή εξασφάλιση ότι ο τελικός προσδιορισμός των δασικών εκτάσεων θα σημαίνει και απόλυτη προστασία τους, χωρίς ανασχεδιασμό – συμπεριλαμβανομένων κατεδαφίσεων και αναπλάσεων – των σε διαρκή κίνδυνο «δασικών πόλεων» που δημιούργησε ένα άναρχο μοντέλο ανάπτυξης, χωρίς εκτεταμένη επανακατοχύρωση του δημόσιου χώρου, χωρίς γενναία στελέχωση των σχετικών υπηρεσιών, ο κίνδυνος θα συνεχίσει να υπάρχει.

Τόσο καιρό γιατί δεν έκανε κάτι για το Πράσινο Ταμείο;

Η κυβέρνηση θυμήθηκε τώρα το Πράσινο Ταμείο και έκανε την πρόταση να αυξηθούν οι χρηματοδοτήσεις από αυτό από το 2,5% στο 5%.

Μόνο που δεν εξήγησε η κυβέρνηση γιατί δεν το έκανε νωρίτερα και συνολικά γιατί δεν αξιοποιούνται αυτοί οι πόροι.

Γιατί το Πράσινο Ταμείο είναι μια αμαρτωλή ιστορία, για την οποία η κυβέρνηση δεν έκανε κάτι για να αλλάξει.

Το Πράσινο Ταμείο φτιάχτηκε κυρίως για να συγκεντρώνει πρόστιμα και άλλα φορολογικά έσοδα που προέρχονταν από διαδικασίες νομιμοποίησης αυθαιρέτων και άλλοι πόροι που προέρχονται από την εφαρμογή της πολεοδομικής, περιβαλλοντικής και δασικής νομοθεσίας και με σκοπό να χρηματοδοτεί περιβαλλοντικά έργα ώστε να αποτελεί ένα είδος «περιβαλλοντικού ισοζυγίου».

Σκοπός του είναι «είναι η ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω της προστασίας του περιβάλλοντος με την διαχειριστική, οικονομική, τεχνική και χρηματοπιστωτική υποστήριξη προγραμμάτων, μέτρων, παρεμβάσεων και ενεργειών που αποβλέπουν στην ανάδειξη και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, η στήριξη της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας και η εξυπηρέτηση του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος».

Το Πράσινο Ταμείο έχει ιδιαίτερα μεγάλα ταμειακά διαθέσιμα. Στο τέλος του 2016 ήταν στα 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ και τα έσοδά του αυξάνονται διαρκώς από τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις για τα αυθαίρετα.

Όμως, μετά ήρθαν τα μνημόνια. Τα ταμειακά αυτά διαθέσιμα είναι δεσμευμένα στο όνομα της εξυπηρέτησης του χρέους. Βάσει νόμου, επιτρέπεται να διατίθεται μόλις το 2,5% των διαθεσίμων κάθε χρόνο για τους σκοπούς του Ταμείου.

Αυτό σημαίνει ότι ένας φορέας που διαθέτει έως και 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ πόρους, φέτος θα δώσει μόλις 77 εκατομμύρια ευρώ και ακόμη και εάν πάμε στο 5% που λέει ο πρωθυπουργός θα έφτανε στα 154 εκατομμύρια ευρώ. Ποσά που σε κάθε περίπτωση υπολείπονται των αναγκών που υπάρχουν για να χρηματοδοτηθεί ένα πραγματικό σχέδιο περιβαλλοντικής οχύρωσης της χώρας.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση ακόμη και τώρα που δοκιμάζει αυτό που ορίζει ως σύγκρουση με τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και τα συμφέροντα είναι αντιμέτωπη με τη βασική της αντίφαση. Και αυτή είναι ότι κατά βάση προτεραιότητά της δεν ήταν ούτε η σύγκρουση με τα συμφέροντά, ούτε οι μεγάλες ανατροπές αλλά η πιστή εφαρμογή των μνημονίων στο όνομα της «καθαρής εξόδου».