Νέα-Ανακοινώσεις-Δελτία-Άρθρα-Επικαιρότητα

Το θαύμα για τη σωτηρία των τραπεζών λέγεται εκκλησιαστική περιουσία


Η απαλλαγή των τραπεζών από τα κόκκινα δάνεια, είναι πλέον το υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα της κυβέρνησης. Μετά την διαγραφή των τριών συστημικών τραπεζών από την κατηγορία υψηλής κεφαλαιοποίησης, η υποβάθμιση της αξιοπιστίας του κλάδου και η συνεχής αναταραχή στο χρηματιστήριο, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού και έξοδο στις αγορές. Μετά την υπαγωγή της δημόσιας περιουσίας στο Υπερταμείο και την δημιουργία του «μαξιλαριού», μπήκε στο στόχαστρο και η εκκλησιαστική περιουσία.

Η κυβέρνηση εξετάζει ένα «όχημα ειδικού σκοπού», ένα Σχήμα Προστασίας Ενεργητικού των τραπεζών που προτείνει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ζητούμενο είναι, η μείωση των κόκκινων δανείων κάτω του 20% στο τέλος του 2021 από 47,6% που είναι σήμερα. Όμως σύμφωνα με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, το 45%-50% της μείωσης των δανείων (25 δισ.) εντός της προσεχούς τριετίας, πρέπει να προέλθει από πωλήσεις τιτλοποιημένων δανείων. Για την επιτυχία του εγχειρήματος, απαιτείται η παροχή κρατικών εγγυήσεων, που θα επιταχύνει την πώλησή τους με υψηλότερα τιμήματα.
Όμως, η παροχή εγγυήσεων του ελληνικού Δημοσίου για τράπεζες που ανήκουν σε ξένα funds, στο σημερινό καθεστώς υπερχρέωσης είναι κίνηση υψηλού ρίσκου, καθώς ισχύουν οι νέοι κανόνες του bail in. Εξάλλου, η χρήση εγγυήσεων του Δημοσίου, του οποίου η εγγυητική αξιοπιστία έχει μειωθεί δραστικά, υπόκειται στην έγκριση της Διεύθυνσης ανταγωνισμού της Κομισιόν και των άλλων θεσμών στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

Οι Εθνικές Εταιρείες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων

Οι ευρωπαϊκές αρχές, έχουν ήδη ορίσει συγκεκριμένο πλαίσιο για ένα όχημα διαχείρισης των κόκκινων δανείων, τις Εθνικές Εταιρίες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων. Οι Εθνικές Εταιρίες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων θα μπορούν να χρηματοδοτούνται με ιδιωτικά και εν μέρει με δημόσια κεφάλαια και ταυτόχρονα να μην θεωρείται ότι έχουν λάβει κρατική ενίσχυση. Έτσι διασφαλίζεται ότι η μεταβίβαση των προβληματικών χαρτοφυλακίων από τις τράπεζες στην Εθνικές Εταιρίες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, πραγματοποιείται με αποτίμηση σε τιμές αγοράς.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος προετοιμάζει ένα ακόμη σχέδιο, για να βοηθήσει τις τράπεζες να μειώσουν κατά το ήμισυ τα κόκκινα δάνεια. Οι τράπεζες θα μεταφέρουν τις μισές από τις αναβαλλόμενες* φορολογικές υποχρεώσεις τους, σε ένα άλλο όχημα ειδικού σκοπού, το οποίο στη συνέχεια θα πουλήσει ομόλογα, για να αγοράσει με τα έσοδα 42 δισ. ευρώ κόκκινα δάνεια.

Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας

Μετά το κραχ των τραπεζικών μετοχών τον Οκτώβριο, σε συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τέθηκε το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σχετικό ρεπορτάζ συνέδεσε σαφώς το κραχ των τραπεζικών μετοχών και τη σχεδιαζόμενη συνταγματική αναθεώρηση με την εκκλησιαστική περιουσία και τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Συνεπώς και με το πρόβλημα των κόκκινων δανείων.
Στη συνάντηση, οι δύο συμφώνησαν για τη δημιουργία μιας εταιρείας ειδικού σκοπού, τα έσοδα της οποίας θα πηγαίνουν κατά 50% στο Κράτος και κατά 50% στην Εκκλησία. Μετά την κοινή συνέντευξη όμως, ο Αρχιεπίσκοπος διευκρίνισε πως πρόκειται για «εκδήλωση πρόθεσης και όχι συμφωνία». Εντούτοις ο πρωθυπουργός παραχώρησε τηλεοπτική συνέντευξη, όπου τόνισε πως στο Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, «μπαίνει όλη η αμφισβητούμενη περιουσία της Εκκλησίας, αλλά και η μη αμφισβητούμενη εθελοντικά».

Αποκωδικοποιώντας την αξιοποίηση

Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: Με ποιον τρόπο θα αξιοποιηθεί αυτή η περιουσία στις σημερινές συνθήκες; Είναι γνωστές οι δυσκολίες εκποίησης σε αξιοπρεπείς τιμές περιουσιακών στοιχείων, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης. Είναι δεδομένη, επίσης, η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα και η ροπή για χρησιμοποίηση των ίδιων μεθόδων (δομημένα προϊόντα) που οδήγησαν στην κρίση του 2008.
Είναι προφανές ότι ο τραπεζικός τομέας, ως κομβικό πρόβλημα της χώρας, μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες επενδυτικής κερδοφορίας. Την «ευκαιρία» φαίνεται να προσφέρει η πεποίθηση των αγορών ότι αν οι τράπεζες πουλήσουν τα επισφαλή δάνεια κάτω από τη λογιστική τους αξία, αυτό θα οδηγήσει σε νέα ανακεφαλαιοποίηση. Για την αποφυγή της, θα πρέπει να αναζητηθεί λύση πώλησης τίτλων στη λογιστική τους αξία.
Οι δύο προτάσεις στο τραπέζι είναι αποκαλυπτικές: Η πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας έχει μειονεκτήματα σύμφωνα με την ΕΚΤ. Θεωρεί πως πρώτον, θα αναλώσει πόρους του «μαξιλαριού» και δεύτερον, μειώνει μικρό μόνο μέρος των δανείων. Το προτιμώμενο σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος, όμως, προϋποθέτει ιδιώτες επενδυτές πρόθυμους να αγοράσουν τίτλους με εγγύηση «αναβαλλόμενο φόρο». Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς η αγορά αποτιμά τις τράπεζες με δείκτη τιμής προς λογιστική αξία 12μήνου στο 0,1-0,2.
Το μισό του κεφαλαίου των τραπεζών έχει τη μορφή αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων, που θεωρούνται χαμηλότερης ποιότητας. Διότι η μετατροπή τους σε μετρητά ή ομόλογα εξαρτάται από τα περιορισμένα αποθεματικά της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ η πρόσβαση στις αγορές παραμένει ασαφής. Εάν το όχημα περιλαμβάνει αναβαλλόμενους φόρους, χωρίς κρατική εγγύηση, είναι δύσκολο οι διεθνείς επενδυτές να αγοράσουν ομόλογα κόκκινων τίτλων στην λογιστική αξία.

Η επιφοίτηση των Θεσμών

Επομένως δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να βρεθούν διεθνείς επενδυτές. Η περίπλοκη συναλλαγή «δομημένης χρηματοδότησης», αναμιγνύει φορολογικά, νομικά και ρυθμιστικά προβλήματα και δύο διαφορετικά προφίλ επικινδυνότητας: Πρώτον, τον αναβαλλόμενο φόρο. Δεύτερον, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Η πρόταση παραπέμπει σε «επιφοίτηση» τεχνοκρατών των θεσμών και ειδικών συμβούλων. Κάποια στοιχεία αυτής της σύνθετης πρότασης λείπουν προς το παρόν. Μπορούν όμως να συμπληρωθούν με δημιουργική πολιτική. Την «λύση» π.χ. θα μπορούσε να προσφέρει η εταιρεία ειδικού σκοπού για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας με την συμμετοχή του Δημοσίου, αυτή που συζήτησαν πρωθυπουργός και Αρχιεπίσκοπος.
Ένα τέτοιο όχημα αποτελεί ιδανικό μηχανισμό για την λειτουργία των Εθνικών Εταιρειών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων και του σχεδίου της Τράπεζας της Ελλάδος. Μπορεί να προσφέρει ως εγγυήσεις την ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία, για την αγορά τίτλων στην λογιστική τους αξία. Για τον λόγο αυτό, ίσως, ο πρωθυπουργός προσφέρει ως αντάλλαγμα την αναγνώριση της κυριότητας της εκκλησίας στην αμφισβητούμενη περιουσία της.
Προεξόφλησε, μάλιστα, ότι από αυτή την αξιοποίηση «υπολογίζεται ότι έως περίπου το 2030 το κράτος θα έχει τη δυνατότητα να καλύπτει πολύ μεγάλο μέρος ή το όλον της επιδότησης για τη μισθοδοσία των κληρικών». Η απόφαση για απόδοση των εσόδων της εκκλησιαστικής περιουσίας στο Κράτος, σε ποσοστό 50%, «αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο των διακριτών ρόλων τους εν όψει και της συνταγματικής αναθεώρησης» δήλωσαν αρμόδιες πηγές.

Η επιφοίτηση των Αγίων

Η σπουδή όμως της εξαγγελίας 10.000 θέσεων εργασίας στις θέσεις του κατώτερου κλήρου, αλλά και η απαλοιφή της Ιεράς Συνόδου ως αποφασιστικού οργάνου από το σχετικό άρθρο, στην κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, στράβωσε το κλίμα. Η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να συγκροτήσει επιτροπή που θα συζητήσει όλα τα θέματα, δηλαδή και το θέμα της μισθοδοσίας των ιερέων. Επανέλαβε, επίσης, ότι πρόκειται για πρόθεση συμφωνίας που πρέπει να εγκριθεί τελικά από την Ιεραρχία.
Το Μαξίμου κρατά από την απόφαση της Ιεραρχίας μόνο την επιθυμία για συνέχιση του διαλόγου. Υπογραμμίζει, μάλιστα, στην ανακοίνωσή του, ότι «η ελληνική Κυβέρνηση θα προχωρήσει άμεσα στην εκπόνηση Σχεδίου Νόμου, στο πλαίσιο του Κοινού Ανακοινωθέντος της 6ης Νοεμβρίου». Επιμένει, δηλαδή, ακόμη και σε μονομερή ενέργεια, ξεχνώντας ότι το προσύμφωνο Τσίπρα-Ιερώνυμου ανέφερε ότι θα ισχύσει μόνο αν ισχύσουν όλα τα σημεία του. Σημειώνεται πως πηγή των ΑΝΕΛ ανέφερε ότι το κόμμα αποδέχεται την απόφαση της Ιεράς Συνόδου.
Ο Αλέξης Τσίπρας είχε υπογραμμίσει με νόημα: «Ακόμα κι αν κάποιος είναι άθρησκος, στα θαύματα της βούλησης μπορεί να πιστεύει». Τώρα, λοιπόν, φαίνεται ότι αναζητείται ένα τέτοιο «θαύμα». Αυτό άραγε θα είναι θαύμα χρηματοοικονομικής βούλησης ή Πνεύματος «εν είδει περιστεράς»; Θα το μάθουμε σύντομα, αφού η Τράπεζα της Ελλάδας θα ανακοινώσει το λεπτομερές σχέδιό της στις 22 Νοεμβρίου.
Η μετακίνηση, όμως, φανταστικών κεφαλαίων, μεταξύ οχημάτων ειδικού σκοπού δεν θα βελτιώσει την θεμελιώδη κατάσταση των τραπεζών και δεν θα είναι πειστική για τους διεθνείς επενδυτές. Ενώ οι τράπεζες χρειάζονται φρέσκα κεφάλαια, κάποιοι ελπίζουν πως ο Αρχιεπίσκοπος θα επαναλάβει το θαύμα της Τιβεριάδος.

* Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αντισταθμίζουν τις απώλειες που υπέστησαν οι τράπεζες από το PSI.
Γεράσιμος Ποταμιάνος  slpress.gr